Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Δυο λέξεις

Ετυμολογία

ιδιότητα < αρχαία ελληνική ἰδιότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ιδιότητα θηλυκό, το ίδιον γνώρισμα κάθε πράγματος ή προσώπου, αλλά και γενικές ιδιότητες «ιδιότητα των ευγενών μετάλλων»
  1. μαθημ. ιδιότητες των αριθμών, των σχημάτων κλπ.
  2. συνταγ. η ιδιότητα του βουλευτή παρέχει δικαστική ασυλία
  3. χαρακτηριστικό, γνώρισμα μιας κατηγορίας προσώπων ή πραγμάτων ή ενός μεμονωμένου ατόμου και κατάστασης
    η ιδιότητα του μαθητή, του καθηγητή, του φοιτητή, του ενοικιαστή, του ιδιοκτήτη ακινήτου κ.ο.κ.
    η ιδιότητα της ελαστικότητας, του φθόνου, της φιλομάθειας, της αγωγιμότητας κ.ο.κ.
  4. η κατάσταση του να ανήκει κάποιος σε ένα σύνολο ή να έχει κάποια θέση που να του δίνει υποχρεώσεις ή/και δικαιώματα
    η ιδιότητα του διαχειριστή αποδίδεται στο Βικιλεξικό μετά από ψηφοφορία

32πχ Μεταφράσεις (εμφάνιση όλων)

1 σχόλιο:

  1. οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται

    ΕΥΤΥΧΩΣ!
    Τρίτη λέξη, δε θα την ψάξω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή